Ο φίλος, κατασκευαστής και επιδιορθωτής βιολιών Γιάννης Αποστόλου

Yiannis ApostolouΌσοι παίζουν βιολί γνωρίζουν πόσο σημαντικό είναι να έχεις έναν άνθρωπο δίπλα σου που να τον εμπιστεύσαι και να τον εκτιμάς για ο’τι έχει να κάνει με το set up και την επισκευή του οργάνου σου. Το setup και η ανάδειξη των μέγιστων δυνατοτήτων ενός βιολιού είναι μια διαδικασία πολύπλοκη και αμφίδρομη. Έχει να κάνει με την αναζήτηση της χρυσής ισορροπίας ανάμεσα σε αυτό που θα ήθελε ο μουσικός και στην εμπιστοσύνη που έχεις στις γνώσεις και το κριτήριο ‘ειδικού’. Απαιτεί λοιπόν με απλά λόγια μουσικές αλλά και κοινωνικές αρετές. Αυτές τις αρετές ο Γιάννης τις διαθέτει στο ακέραιο. Πρόσφατα του ανέθεσα το setup του οργάνου μου. Άκουγε συνεχώς αυτά που προσπαθούσα να βρω στον ήχο του βιολιού μου ή που φανταζόμουν ότι θα ήθελα. Μου το έδωσε πραγματικά αγνώριστο, ευκολόπαιχτο και με τον ηχητικό χαρακτήρα που του είχα περιγράψει ότι θα επιθυμούσα.

Ο Γιάννης είναι πάνω απ ‘όλα μουσικός. Έχει ανοιχτά αυτιά, έχει παίξει και ακούσει διαφορετικά στυλ και μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στις διαφορετικές ηχητικές απαιτήσεις κάθε μουσικού ύφους. Για μένα που δεν παίζω κλασική μουσική αυτό είναι κομβικής σημασίας, γιατί δεν θέλω ο χαρακτήρας του ήχου μου να υπάγεται αυστηρά στο κλασικό αισθητικό κριτήριο. Είναι συνεννοήσιμος. Αυτή είναι μια παράμετρος επίσης εξαιρετικά σημαντική και καθόλου αυτονόητη. Πιστεύω βαθιά πως οποιαδήποτε κουβέντα γύρω από το φαινόμενο του ήχου απαιτεί καλή χρήση της γλώσσας ώστε να καταφέρεις να μεταφέρεις και να μοιραστείς όσο γίνεται πιο καλά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ήχου. Η χρήση των μεταφορών και των μουσικών εμπειριών είναι απαραίτητη κατά την περιγραφή των λεπτών νοημάτων και αποχρώσεων που αντιλαμβανόμαστε όταν ακούμε τον ήχο του οργάνου μας. Η γλώσσα από μόνη της είναι ήδη αδύναμη στον να περιγράψει την υπέροχη πολυπλοκότητα του μουσικού ήχου. Αν πάνω σε αυτό έχεις και ελλειματική επικοινωνία, τότε πραγματικά δεν έχεις καμιά ελπίδα να βρεις κοινό τόπο με αυτόν που του εμπιστεύεσαι το βιολί σου. Είναι αδύνατον να μιλήσεις για ήχο χρησιμοποιώντας 10 λέξεις.

Είμαι πολύ χαρούμενος που επιτέλους έχω έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορώ να συνεννοηθώ, να του εμπιστευθώ το βιολί μου αλλά και να παίξω μουσική μαζί του. Το πάθος  του Γιάννη για την οργανοποιεία ξεκίνησε στα δεκαέξι του, όταν για πρώτη φορά μπήκε στο εργαστήριο κάποιου επισκευαστή βιολιών. Τα όμορφα ξύλα, οι μυρωδιές απ’ τα βερνίκια, τα εργαλεία και όλα αυτά τα όργανα, παλιά η καινούρια, κάποια απ’ αυτά ακόμα ανοιχτά είτε γιατί βρίσκονταν εκεί για επιδιόρθωση είτε γιατί ήταν υπό κατασκευή του κίνησαν πολύ την περιέργεια. Από τότε επέστρεψε πολλές φορές σε εκείνο το εργαστήρι, κάθε φορά με καινούριες ερωτήσεις και με την όρεξη να μάθει όλο περισσότερα πάνω στον ήχο και την ρύθμιση των οργάνων. Όταν τελείωσε το ωδείο αποφάσισε να πάει στην Κρεμόνα, την πρωτεύουσα των βιολιών, την πόλη όπου έζησαν και δημιούργησαν η οικογένεια των Amati, ο Antonio Stradivari, ο Giuseppe Guarneri, ο Carlo Bergonzi και άλλοι μεγάλοι ιταλοί κατασκευαστές του 17ου και 18ου αιώνα.

Το 2001 γράφτηκε στην διεθνή σχολή κατασκευαστών βιολιών “Antonio Stadivari” απ’ την οποία και αποφοίτησε το 2005. Ο δάσκαλος του “il maestro” αυτά τα τέσσερα χρόνια ήταν ο βραβευμένος Giorgio Cè, γνωστός απ’ όλους για την λεπτομέρεια και την λεπτότητα της δουλειάς του. Για έναν χρόνο μετά την σχολή, αφιέρωσε τον χρόνο του στην κατασκευή δικών του οργάνων, στην μελέτη των λούστρων για βιολιά, σε συνεργασία με ένα γκρουπ κατασκευαστών. Παρακολούθησε στην σχολή  δοξαροποιών  τα μαθήματα της Ιστορίας, επιδιόρθωσης και συντήρησης δοξαριών με δασκάλους του τον διάσημο Giovanni Lucchi, τον Paolo Pamiro και τον Antrea Proietti. Το 2006 μπήκε στο εργαστήριο του διάσημου αμερικάνου κατασκευαστή και επισκευαστή Boris Sverdlik, ο οποίος ερχόταν από ένα από τα μεγαλύτερα εργαστήρια του κόσμου στην Νέα Υόρκη. Το εργαστήριο του Jacques Francais και Renè Morel.

Δούλεψε με τον μαέστρο Sverdlik για τρία χρόνια και μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα είχε την ευκαιρία να δει, να παίξει και να μελετήσει πολλά σημαντικά ιταλικά όργανα του 1700. Έμαθε καινούριες τεχνικές πάνω στην κατασκευή, και είχε την πρώτη προσέγγιση με επισκευές υψηλού επιπέδου. Εκεί εξειδικεύτηκε στο Setup των οργάνων. Τον Μάιο του 2010 μετακόμισε στην γειτονική πόλη Μπρέσια, την πόλη των Gasparò da Salò και Gio Paolo Maggini, για να μπει και να εργαστεί στο εργαστήριο του  Filippo Fasser οπού και εργάζεται μέχρι και σήμερα. Ο Filippo Fasser είναι ειδικός “esperto” πάνω στους κατασκευαστές της Μπρέσια, γνωστός για τις κόπιες παλιών οργάνων και έχει εκτιμηθεί πολύ από πολλούς μεγάλους σολίστες τις Ιταλίας και του εξωτερικού.

Εδώ θα ήταν αδύνατον να μην ενδιαφερθεί και να εξειδικευτεί στην κατασκευή από κόπιες παλιών οργάνων και παλαιωμένων εμφανισιακά οργάνων πάνω σε προσωπικά πλέον μοντέλα. Παράλληλα ξεκίνησε την μελέτη πάνω στους ιταλούς κατασκευαστές του 1900 και το υπέροχο έργο τους.
Μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, δεν σταμάτησε να παίζει βιολί.  Στην Κρεμόνα έπαιξε για χρόνια στην ορχήστρα εγχόρδων Valerio Boldi  και συμμετείχε σε συναυλίες με αρκετά σύνολα κλασσικής και μη, μουσικής.

Με τον Γιάννη επίσης μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για την Gypsy Jazz. Ως ενεργός μουσικός παίζει σε Gypsy Jazz μπάντα στην Μπρέσια. Ο ίδιος λέει σε σχέση με αυτό:

Βυθίστηκα στην μελέτη της jazz και του αυτοσχεδιασμού των οποίων δρόμος είναι πολύ μακρύς, ατελείωτος. Κάτι σαν την κατασκευή των οργάνων. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος. Αυτός του να γίνεσαι συνέχεια όλο και καλύτερος, να εξελίσσεις το στυλ τις δουλειάς σου πάντα προς την αναζήτηση της ομορφιάς.

Τον ευχαριστώ για τη δουλειά του, την υπομονή του, τον ευχαριστώ που υπάρχει.
Μπορείτε να επικοινωνήστε με τον Γιάννη στο yiannis_apostolou@yahoo.it

Maxim Vengerov: ‘Παιδί θαύμα’ ή ‘παιδί τραύμα’?

Maxim Vengerov

Το περιοδικό Μουσικός Τόνος του Ωδείου Φιλιππος Νάκας, τεύχος 32 (Ανοιξη 2005), φιλοξενεί μία συνέντευξη του διεθνούς φήμης βιολονίστα Maxim Vengerov από τη Δέσποινα Νάκα. Σε αυτήν τη συνέντευξη συμπυκνώνεται όλο το αξιακό υπόβαθρο της κυρίαρχης αντίληψης για τη μουσική εκπαίδευση στον κόσμο της κλασικής μουσικής. Είναι το σύστημα αξιών το οποίο κατά κανόνα διέπει τη μουσική εκπαίδευση στα Ωδεία και οδηγεί τελικά το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών τους να εγκαταλείψει άδοξα την ενασχόλησή του με τη μουσική. Συγχρόνως, είναι το σύστημα αξιών που διαμορφώνει την κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη για το ποιος μπορεί, αξίζει ή πρέπει να παίζει μουσική.

Ο Maxim Vengerov αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα, ένα γνήσιο προιόν αυτού του μιλιταριστικού μοντέλου εκμάθησης. Είναι αυτός που κατάφερε μέσα από τις συμπληγάδες της φτώχειας, της κούρασης και της εξαντλητικής μελέτης να αναδύθει αλώβυτος στην επιφάνεια ενός κανιβαλιστικού δικτύου προώθησης μουσικών ‘ταλέντων’. Ο Maxim είναι η απόδειξη ότι αυτό το εκπαιδευτικό μοντέλο λειτουργεί και η πιο τρανή απόδειξη της ανωτερότητάς του. Ο Vengerov είναι αυτός που κατάφερε αυτά που οι υπόλοιποι από έλλειψη ταλέντου και τεμπελιά δεν μπόρεσαν να καταφέρουν. Η μουσική όμως έχει να κάνει με κάτι παραπάνω από αυτό που νομίζουν οι διάφοροι ειδικοί της ερμηνείας και του ‘ταλέντου’. Έχει να κάνει με τις κοινωνικές σχέσεις και τον τρόπο που επιθυμούμε να ζούμε. Γιατί σε αυτήν τη κωλοζωή δεν αρκεί να ξέρεις. Πρέπει να καταλαβαίνεις.

Κανένα μονοπάτι ή μοντέλο εκπαίδευσης δεν είναι αθώο. Όλα σέρνουν μέσα τους ένα σωρό παραδοχές για τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Αν για παράδειγμα εγώ ως δάσκαλος βιολιού αναφέρομαι στο μαθητή μου ως ‘παιδί-θαύμα’ τότε αυτομάτως δημιουργώ κοινωνικές δυναμικές που έχουν να κάνουν με το πώς βλέπω εγώ το μαθητή μου, οι άλλοι το συμμαθητή τους, ο μαθητής μου τους άλλους, ο μαθητής μου τον εαυτό του, εγώ τον εαυτό μου και πάει λέγοντας. Όλες αυτές οι δυναμικές μπλεγμένες μαζί συνθέτουν ένα κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο όσο το διαμορφώνουμε τόσο μας διαμορφώνει.

Το μονοπάτι λοιπόν της κατάρτισης στην κλασική μουσική με στόχο τη μουσική καριέρα συνοδεύεται και από την κατάρτιση σε ένα σύστημα αντιλήψεων με συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά. Αν και η αφομοίωση αυτών των αντιλήψεων δεν αποτελεί αυστηρή νομοτέλεια, αυτοί που ωστόσο επίμονα προσπαθούν να ανελιχθούν και να αναρριχηθούν σε ένα περιβάλλον ανελέητου ανταγωνισμού πλατσουρίζουν είτε θέλουν είτε δεν θέλουν σε ένα βούρκο ιεραρχίας, ατομισμού και αυθεντίας.

Εγωτισμός, ελιτισμός και άφθονο κιτσ χαρακτηρίζουν αυτή τη συνέντευξη την οποία έχω σκανάρει για να τη διαβάσετε και εσείς. Έννοιες βγαλμένες από πρωινάδικο παπαγαλίζονται συνεχώς και από τους δύο: ‘μουσική τελειότητα’ ‘παιδί-θαύμα’ ‘η μουσική είναι στο αίμα του’ ‘το βιολί είναι πολύ δύσκολο όργανο’ ‘η ζωή του καλλιτέχνη απαιτεί θυσίες’ ‘το γονίδιο παίζει ρόλο’ ‘πέρασε δύσκολα και φτωχικά παιδικά χρόνια’ ‘η ζωή ενός κορυφαίου καλλιτέχνη απαιτεί θυσίες και ζωή στρατιωτική’. Στερεότυπες μαλακίες και ψέμματα του χειρότερου τηλεοπτικού τύπου, κομμένα και ραμμένα για να χαιδέψουν τη ματαιοδοξία του Vengerov από τη μία, και να προσδώσουν κύρος στη συνέντευξη από την άλλη. Μαλακίες και ψέμματα που στην πραγματική ζωή το μόνο που καταφέρνουν είναι να αποθαρρύνουν και να υποτιμούν οποιονδήποτε θα επιθυμούσε να καταπιαστεί με το βιολί και τη μουσική γενικότερα. Θέλω να σχολιάσω ένα-δυο σημεία:

Ο Maxim μας λέει πως η δασκάλα του ανήκε στους δασκάλους εκείνους που επιδίωκαν και απαιτούσαν πρωτίστως την ανάπτυξη της μουσικής τελειότητας. Ποιός είστε εσείς κύριε Vengerov και η δασκάλα σας που έχετε ανακαλύψει και ορίσει τη μουσική τελειότητα και άρα την εκπροσωπείτε? Δεν είμαι σχετικιστής, αλλά εγώ δεν βλέπω τη μουσική τελειότητα στις γκριμάτσες και τον ιδρώτα ενός τύπου που φοράει φράκο και πασχίζει να μη του φύγει καμιά νότα. Τη βλέπω στο χαμόγελο του φίλου μου που μόλις τώρα έπαιξε τις πρώτες του νότες και ανυπομονεί για τις επόμενες. Τη βλέπω στον 90ντάχρονο βιολιστή που γνώρισα στην Ικαρία και μου είπε «διορθώνω τα λάθια μου», και τη βλέπω σε ένα μέλλον όπου όλοι μα όλοι θα γρατζουνάνε ένα όργανο. Πλέον υπάρχουν 2 άνθρωποι που αγγίζουν την τελειότητα, ο Παναγιώτης Τόκος και ο Maxim Vengerov.

Για τον Maxim, το βιολί είναι πολύ δύσκολο όργανο, ο μαθητής πρέπει να δουλέψει σκληρά. Αν και θα ασχοληθώ με το μύθο ότι το βιολί είναι το πιο δύσκολο όργανο σε κάποιο άλλο άρθρο, ωστόσο εδώ θέλω να πω μόνο το εξής: Οι διατυπώσεις ‘αυτό το όργανο είναι εύκολο’ ή ‘αυτό το όργανο είναι δύσκολο’, πέρα από την αγνωμοσύνη και την αλλαζονία που προδίδουν (ειδικά αν το παίζεις εσύ ο ίδιος!) δεν μπορούν να σταθούν αν δεν απαντηθεί πρώτα το ερώτημα: δύσκολο για να κάνεις τί? Για όλα μπορεί να υπάρξουν όλα τα επίπεδα δυσκολιών, ενώ το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι κάτι ορίζεται από τα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων, τα φυσικά όρια των πραγμάτων και τις επιθυμίες μας.

Το να πάρω μια φλογέρα με 4 οκτάβες και να αποπειραθώ να παίξω Παγκανίνι με αυτήν μπορεί να είναι ακόμα πιο δύσκολο απ’ ότι στο βιολί. Θεωρητικά μπορεί να γίνεται, αλλά θα προκαλούσε τα όρια του οργάνου μας και τα δικά μας. Το να κατουρήσω από 10 μέτρα ύψος μέσα σε μπουκάλι είναι πολύ δύσκολο. Θεωρητικά γίνεται, αλλά είναι δύσκολο. Τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο ή πιο εύκολο αν δεν απαντηθεί πιο πριν το ερώτημα: τί θέλω να κάνω και γιατί? Αν το όνειρό μου στη ζωή είναι να παίζω τα τρίγωνα κάλαντα στο βιολί κάτω από ένα δέντρο, τότε κάθε διατύπωση περί δύσκολου ή εύκολου οργάνου είναι απλώς ανόητη και ανιστόρητη.

Πέραν τούτου, όλη η ανθρώπινη ιστορία είναι διαποτισμένη από τις προσπάθειες των ανθρώπων να κάνουν τα πράγματα πιο εύκολα, όχι πιο δύσκολα. Το ίδιο το βιολί είναι έτσι φτιαγμένο για να εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό που θέλουμε να κάνουμε μαζί του. Στο κάτω κάτω δεν χρειαζόμαστε κανένα παιδί-θαύμα να μας παπαγαλίζει συνέχεια πόσο δύσκολο είναι κάτι. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που μπορούν να ξεκλειδώνουν τον ενθουσιασμό και τις δημιουργικές δυνάμεις του καθένα. Ανθρώπους που μπορούν να κάνουν κάτι δύσκολο να φαίνεται εύκολο, μια υπέροχη αίσθηση που όλοι νομίζω έχουμε βιώσει όταν βλέπουμε κάποιον να κάνει κάτι καλά και αβίαστα.

Πιο κάτω στην συνέντευξη ο Vengerov λέει τα εξής:

Προσπαθούσα να συνδυάσω την παιδικότητα με την τέχνη μου. Ένα παιδί-θαύμα αισθάνεται τη μουσική ενστικτωδώς. Πολλά παιδιά-θαύματα αποδίδουν εξαιρετικά το Mozart, επειδή πνευματικά βρίσκονται πολύ κοντά του αφού είχε υπάρξει και ο ίδιος παιδί-θαύμα.

Θα ήθελα να κάνω μια ελεύθερη μετάφραση αυτής της παραγράφου:

Προσπαθούσα να συνδυάσω την παιδικότητα με την τέχνη μου. Ένα παιδί θαύμα όπως εγώ, αισθάνεται τη μουσική ενστικτωδώς σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που δεν μου φαίνεται να πολυσκαμπάζουν. Είναι λογικό λοιπόν να αποδίδω εξαιρετικά τον Μότσαρτ από τη στιγμή που βρίσκομαι πνευματικά πολύ κοντά του, καθώς όλοι ξέρουμε ότι και αυτός ήταν παιδί-θαύμα σαν και μένα.

Και μαντέψτε τι μας κρατάει για το τέλος:
…η Ελλάδα είναι φανταστική, τα νησιά της υπέροχα!

Ρε ούστ από δω!

 

 

σελιδες 1-2

σελίδες 3-4

 

σελίδα 5

Pin It on Pinterest